- χειροτεχνέω
- χειρο-τεχνέω, ein Handarbeiter, Handwerker, Künstler sein
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
χειροτεχνεῦντα — χειροτεχνέω to be a pres part act neut nom/voc/acc pl (epic doric ionic) χειροτεχνέω to be a pres part act masc acc sg (epic doric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
χειροτεχνεῖν — χειροτεχνέω to be a pres inf act (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
χειροτεχνηθέν — χειροτεχνέω to be a aor part pass neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
χειροτεχνῶν — χειροτέχνης handicraftsman masc gen pl χειροτεχνέω to be a pres part act masc nom sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
χειροτέχνης — handicraftsman masc nom sg χειροτεχνέω to be a imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)